Αἰαντίδος

Αἰαντίς
fem gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Οινόη — I Τοπωνύμιο της αρχαιότητας. 1. Δήμος της Ιπποθωοντίδας φυλής. Η ομώνυμη πόλη βρισκόταν στα σύνορα της Αττικής και της Βοιωτίας, ήταν οχυρωμένη με τείχη, και οι Αθηναίοι την χρησιμοποιούσαν ως φρούριο κάθε φορά που γινόταν πόλεμος. 2. Δήμος της… …   Dictionary of Greek

  • Ραμνούς — ο / Ῥαμνοῡς, οῡντος, ΝΜΑ, και Ραμνούντας Ν δήμος τής Αιαντίδος φυλής, στη βορειοανατολική παραλία τής Αττικής, πάνω στον Ευβοϊκό Κόλπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάμνος + κατάλ. οῦς (< όεις*), πρβλ. Σελην οῦς] …   Dictionary of Greek

  • Ψαφίς — ίδος, ἡ, Α αττικός δήμος τής Αιαντίδος φυλής, που βρισκόταν μεταξύ Ωρωπού και Ραμνούντος, στην παραλιακή περιοχή όπου ο σημερινός Κάλαμος …   Dictionary of Greek

  • φάλαρος — α, ον, και φαλαρός, ά, όν, και ιων. τ. φάληρος, ον, Α (δωρ. τ.) 1. αυτός που είναι ολόκληρος ή σε ένα σημείο του λευκός («κύων ὁ φάλαρος», Θεόκρ.) 2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Φάλαρος α) όνομα κριού β) μυθ. γιος τού Άλκωνος και εγγονός τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.